Η καρδιακή ανεπάρκεια προκαλείται συνήθως με αρχική βλάβη του μυοκαρδίου με αποτέλεσμα την μείωση στη λειτουργία της καρδιάς. Υπάρχουν μηχανισμοί αντιρρόπησης που βελτιώνουν την καρδιακή λειτουργία, μακροπρόθεσμα όμως οδηγούν σε σοβαρή βλάβη του μυοκαρδίου και εκδήλωση καρδιακής ανεπάρκειας σοβαρότερου βαθμού. Η φαρμακευτική θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας στοχεύει στην ανακούφιση των συμπτωμάτων και αποτελείται από αναστολείς βήτα υποδοχέων, αναστολείς ΜΕΑ, αναστολείς υποδοχέα αγγειοτενσίνης, ανταγωνιστές υποδοχέα αλατοκορτικοειδών και συνδυασμένο αποκλεισμό RAAS και αναστολή νεφριλυσίνης.
Η πρόγνωση έχει πολύ μεγάλη σημασία για τον σχεδιασμό της θεραπείας. Πολλοί παράγοντες σχετίζονται άμεσα με την καρδιακή ανεπάρκεια όπως η μεγαλύτερη ηλικία, το φύλο, καθιστική ζωή, ταχυκαρδία σε ηρεμία , αυξημένα επίπεδα ορμονών στο αίμα όπως νατριουρητικά πεπτίδια, παράμετροι φλεγμονής, νεφρική λειτουργία, ηπατική λειτουργία, καρδιακοί δείκτες. Στα αρχικά στάδια η θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας γίνεται με την χορήγηση ενός φαρμακευτικού σχήματος. ενώ όταν καρδιακή ανεπάρκεια βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο μπορεί να χρειαστεί ο καρδιοχειρουργός να προχωρήσει σε εμφυτεύσιμο σύστημα υποστήριξης της καρδιάς όπως ECMO ή LVAD.
